Η οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ) είναι ένα χρόνιο σύνδρομο εκφύλισης του αρθρικού χόνδρου που περιλαμβάνει υμενίτιδα (φλεγμονή της αρθρικής μεμβράνης) και το σχηματισμό μη φυσιολογικών οστικών εκφύσεων (οστεόφυτα) στην περιφέρεια των αρθρώσεων.
Σε κυτταρικό επίπεδο, υπάρχει ανισορροπία μεταξύ της σύνθεσης και της αποικοδόμησης από τα κύτταρα του συνδετικού ιστού (χονδροκύτταρα).
Παρά το γεγονός ότι η οστεοαρθρίτιδα συχνά περιγράφεται ως μια μη-φλεγμονώδης νόσος, είναι πλέον εμφανές ότι η φλεγμονή είναι ένα σημαντικός παράγοντας.
Οι συνέπειες για τους ασθενείς είναι σοβαρές και περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία και πρήξιμο. Η οστεοαρθρίτιδα είναι η πιο κοινή μορφή αρθρίτιδας. Αν και η εμφάνιση της σχετίζεται με την ηλικία, το φύλο και τον τραυματισμό των αρθρώσεων, η παχυσαρκία αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα κινδύνου.
Πληθυσμιακές μελέτες δείχνουν ότι για κάθε 1 κιλό αύξηση του βάρους του σώματος, ο κίνδυνος εμφάνισης οστεοαρθρίτιδας αυξάνεται κατά 10%, ενώ η μείωση του βάρους κατά 5 kg μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης της κατά 50%.

Τόσο η παχυσαρκία όσο και η οστεοαρθρίτιδα συνδέονται αιτιολογικά με τη χαμηλού βαθμού χρόνια φλεγμονή, η οποία μπορεί να προκληθεί από την απορρόφηση της ενδοτοξίνης (LPS) από τον εντερικό σωλήνα. Έχει δειχθεί επίσης ότι η απορρόφηση της ενδοτοξίνης συσχετίζεται και με το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Επιπλέον, μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν πρόκληση οστεοαρθρίτιδας μετά από διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και ταυτόχρονα αύξηση των επιπέδων των φλεγμονωδών κυτοκινών. Τα παχύσαρκα άτομα πάσχουν συχνά από αντίσταση στην ινσουλίνη, έχουν βακτηριακή υπερανάπτυξη στο γαστρεντερικό τους σωλήνα και υψηλά επίπεδα κυκλοφορούντων φλεγμονωδών κυτοκινών. Οι παράγοντες αυτοί συμβάλουν τελικά σε υπο-κλινική φλεγμονή και εκφύλιση του αρθρικού χόνδρου.