Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (σπαστική κολίτιδα, IBS) είναι μια χρόνια λειτουργική νόσος του εντέρου από την οποία πάσχει περισσότερο από το 10% του πληθυσμού.

Οι ασθενείς διαγιγνώσκονται με το σύνδρομο εάν έχουν επαναλαμβανόμενο πόνο ή δυσφορία στο κάτω μέρος της κοιλιάς και η οποία συνοδεύεται από αλλαγές στην σύσταση των κοπράνων ή τη συχνότητα. Αυτά τα συμπτώματα συμβαίνουν χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη δομική, ιστολογική ή βιοχημική ανωμαλία. Επειδή δεν υπάρχουν συγκεκριμένες εξετάσεις για τη διάγνωση και επικύρωση του IBS, οι ασθενείς ομαδοποιούνται με βάση κριτήρια που σχετίζονται με το σύμπτωμα. Έτσι οι ασθενείς κατηγοριοποιούνται σε αυτούς που υπερέχει η διάρροια (IBS-D), σε αυτούς που υπερέχει η δυσκοιλιότητα (IBS-C), σε αυτούς που εναλλάσσονται η διάρροια και η δυσκοιλιότητα (IBS-M) και στην απροσδιόριστη μορφή (IBS-U).

Τα συμπτώματα του πόνου και της κοιλιακής δυσφορίας είναι οι πιο εξουθενωτικές πτυχές της νόσου για τους ασθενείς και ταυτόχρονα τα λιγότερο ανταποκρινόμενα στη φαρμακευτική αγωγή.

Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου θεωρείται σήμερα ως μια νευρολογική κινητική διαταραχή που προκύπτει από μεταβολές στον άξονα εγκεφάλου – εντέρου.

Ωστόσο, οι υποκείμενοι μηχανισμοί είναι άγνωστοι. Παραδοσιακά, το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου θεωρείται πολυπαραγοντική κατάσταση στην οποία πολλαπλοί περιβαλλοντικοί, γενετικοί, φυσιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες συμβάλλουν στην δημιουργία της διαταραχής μέσω άμεσων ή έμμεσων επιδράσεων στον άξονα εγκεφάλου – εντέρου. Βακτηριακές λοιμώξεις, μεταβολές της φυσιολογικής εντερικής μικροχλωρίδας, απορυθμισμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και μικρού βαθμού φλεγμονές είναι πρόσθετοι παράγοντες που υποστηρίζεται ότι συμβάλουν στην παθοφυσιολογία του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου.
Υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι παράγοντες που διαταράσσουν την εντερική μικροχλωρίδα μπορεί να συμβάλουν στην ανάπτυξη του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου.
Σε μελέτες βρέθηκε ότι ασθενείς με IBS είχαν μικρότερο αριθμό κολοβακτηριδίων όπως επίσης είδη του γένους Lactobacillus και Bifidobacterium σε σχέση με τους υγιείς.

Παρόλο που η μικροχλωρίδα του εντέρου σε ασθενείς με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου μπορεί να είναι ποιοτικά παρόμοια με αυτή των υγιών ατόμων, υπάρχουν σημαντικές ποσοτικές διαφοροποιήσεις σε ορισμένα βακτηριακά είδη.

Ποσοτικές μεταβολές στη μικροχλωρίδα του παχέος εντέρου μπορεί ακόμη να οδηγήσουν σε πολλαπλασιασμό και ανάπτυξη συγκεκριμένων μικροβιακών ειδών που παράγουν περισσότερα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (SCFA) και αέρια (μεθάνιο, υδρογόνο και διοξείδιο του άνθρακα) με αποτέλεσμα τη δημιουργία κοιλιακών φουσκωμάτων και τυμπανισμού.
Η αύξηση στη συγκέντρωση των SCFA (οξικό, βουτυρικό, προπιονικό) οδηγεί σε αύξηση της οξύτητας του παχέος εντέρου και της αποσύζευξης των χολικών οξέων.
Αυτό με τη σειρά του μπορεί να προκαλέσει σημαντικές μεταβολές στη μεταφορά νερού και ηλεκτρολυτών στο παχύ έντερο με αποτέλεσμα τη διάρροια.
Η δυσαπορρόφηση των υδατανθράκων μπορεί να προκαλέσει αυξημένη παραγωγή αερίου υδρογόνου, το οποίο σχετίζεται κυρίως με διάρροια (IBS-D) ενώ η πλεονάζουσα παραγωγή μεθανίου συνδέεται κυρίως με δυσκοιλιότητα (IBS-C).